Μπορεί να μοιάζει με εργασία μαθήτριας της πρώτης Λυκείου, όμως εγώ θα καταγράψω, από μνήμης, τους στίχους που μού 'ρχονται στο νου τις νύχτες της αγρύπνιας, καλώντας σας να συμπληρώσετε αυτή της ανθολογία του αδιεξόδου, αλλά και της ελπίδας.
Και ξεκινάμε με τα πολυφορεμενα "Τείχη" του Κ. Καβάφη:
"Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ / μεγάλα και υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη / και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ / κι άλλο δεν σκέφτομαι παρά αυτήν την τύχη... / Α, όταν έκτιζον τα τείχη πως να μην προσέξω / αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. / Ανεπαισθήτως μ' έκτισαν από τον κόσμον έξω".
Μέσα στην "ερημία του πλήθους" του Μανόλη Αναγνωστάκη, μας παίρνει απ' το χέρι ο Σολωμός: "Μοναχή το δρόμο επήρες / και ξανάρθες μοναχή / δεν είν' εύκολες οι θύρες / όταν η χρεία τες κροταλεί".
Στο κατάστρομα του καραβιού μας προειδοπειεί ο Δημήτρης Παπαδίτσας:
"Κρατηθείτε... / Μπάζει πολύ νερό δεν θ' αργήσει το βαπόρι να μας πάει κάτω / Γι' αυτό κρατηθείτε απ' τα κάγκελα απ' τον ουρανό απ' τα δέντρα. / Κρατηθείτε... / Απ' την οργή που είναι κόκκινη σαν κεράσι δίδυμο / στο αυτί της μικρής μου ξαδέρφης".
Ναυαγοί στο πέλαγο αγναντεύουμε τη στεριά μέσα απ' το στίχο του Κωστή Παλαμά:
"Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη χώρα..."
"Χωρίς χαμόγελο στους παγομένους δρόμους / τα γεμάτα απορία βλέματα των παιδιών / τα αστραφτερά μάτια των νέων / τα φεγγαρήσια πρόσωπα των γυναικών / τα σφυγμένα χείλη των ανδρών / τα σκαμένα απ' τον πόνο εικονίσματα των γερόντων..." γράφει ο ναυαγός.
"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε / Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε..." επιμένει ο Γιώργος Σεφέρης.
Κι επανέρχεται ο Κωστής Παλαμάς: "Και σεν δε θά 'χει πια άλλο σκαλί / να κατρακυλήσεις πιο βαθειά στου κακού τη σκάλα / για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί / θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά / τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα..."
"Σκέψου τι πράγματα γλυκά / κοιμούνται κάτω από το χιόνι. / Κοιμάται ο σπόρος μυστικά, / καθώς το φύτρο του φυτρώνει..." μας ενθαρρύνει ο Τέλος Άγρας.
"Μελίσσι βουερό οι ελπίδες μας / ο φόβος και η αγωνία των τυράννων" μας δείχνει το στόχο ο Αλέκος Μαρύλας, ξεκολώντας μαζί με το δέρμα του το χιτώνα του Νέσσου.
Για νά 'ρθει ο Γιώργος Θέμελης να στεριώσει και να προσανατολίσει αυτές τις βουερές μέλισσες:
"Αυτός λοιπόν ο Κόσμος, ο Κόσμος που έρχετει, / πάει να γίνει ωραίος / Κατοικήσιμος. / Με ψηλά βουνά νεόχτιστα, σπίτια στεγανά, χωρίς ρωγμές. / Ευρυχωρία και λάμψη. / Τρωκτικά δεν υπάρχουν. Τρωκτικά, Δεινόσαυροι, Δήμιοι / και άλλα δεινά ερπετά /καταποντίστηκαν / στα τάρταρα./ Αυτός λοιπόν ο Κόσμος πάει να γίνει Ωραίος / Κατοικίσημος / ως να ετοιμάζεται για νά 'ρθει να κατοικήσει εδώ κάτω / Η Ομορφιά./ Ως νά 'ναι να 'ρθει να κατοικήσει η Ομορφιά. / Η Ομορφιά η απέραντη, η Παντοκρατορία / Μέσ' απ' την έφορη κόπρο, μέσ' απ' τη λάσπη / Ανασηκώνεται ανάβρυσμα, στήλη χαράς, χαιρετισμός".
Και ξεκινάμε με τα πολυφορεμενα "Τείχη" του Κ. Καβάφη:
"Χωρίς περίσκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ / μεγάλα και υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη / και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ / κι άλλο δεν σκέφτομαι παρά αυτήν την τύχη... / Α, όταν έκτιζον τα τείχη πως να μην προσέξω / αλλά δεν άκουσα ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον. / Ανεπαισθήτως μ' έκτισαν από τον κόσμον έξω".
Μέσα στην "ερημία του πλήθους" του Μανόλη Αναγνωστάκη, μας παίρνει απ' το χέρι ο Σολωμός: "Μοναχή το δρόμο επήρες / και ξανάρθες μοναχή / δεν είν' εύκολες οι θύρες / όταν η χρεία τες κροταλεί".
Στο κατάστρομα του καραβιού μας προειδοπειεί ο Δημήτρης Παπαδίτσας:
"Κρατηθείτε... / Μπάζει πολύ νερό δεν θ' αργήσει το βαπόρι να μας πάει κάτω / Γι' αυτό κρατηθείτε απ' τα κάγκελα απ' τον ουρανό απ' τα δέντρα. / Κρατηθείτε... / Απ' την οργή που είναι κόκκινη σαν κεράσι δίδυμο / στο αυτί της μικρής μου ξαδέρφης".
Ναυαγοί στο πέλαγο αγναντεύουμε τη στεριά μέσα απ' το στίχο του Κωστή Παλαμά:
"Σβυσμένες όλες οι φωτιές οι πλάστρες μεσ' στη χώρα..."
"Χωρίς χαμόγελο στους παγομένους δρόμους / τα γεμάτα απορία βλέματα των παιδιών / τα αστραφτερά μάτια των νέων / τα φεγγαρήσια πρόσωπα των γυναικών / τα σφυγμένα χείλη των ανδρών / τα σκαμένα απ' τον πόνο εικονίσματα των γερόντων..." γράφει ο ναυαγός.
"Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε πως προχωρούμε / Κι όμως πρέπει να λογαριάσουμε κατά που προχωρούμε..." επιμένει ο Γιώργος Σεφέρης.
Κι επανέρχεται ο Κωστής Παλαμάς: "Και σεν δε θά 'χει πια άλλο σκαλί / να κατρακυλήσεις πιο βαθειά στου κακού τη σκάλα / για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί / θα αισθανθείς να σου φυτρώνουν, ω χαρά / τα φτερά, τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα..."
"Σκέψου τι πράγματα γλυκά / κοιμούνται κάτω από το χιόνι. / Κοιμάται ο σπόρος μυστικά, / καθώς το φύτρο του φυτρώνει..." μας ενθαρρύνει ο Τέλος Άγρας.
"Μελίσσι βουερό οι ελπίδες μας / ο φόβος και η αγωνία των τυράννων" μας δείχνει το στόχο ο Αλέκος Μαρύλας, ξεκολώντας μαζί με το δέρμα του το χιτώνα του Νέσσου.
Για νά 'ρθει ο Γιώργος Θέμελης να στεριώσει και να προσανατολίσει αυτές τις βουερές μέλισσες:
"Αυτός λοιπόν ο Κόσμος, ο Κόσμος που έρχετει, / πάει να γίνει ωραίος / Κατοικήσιμος. / Με ψηλά βουνά νεόχτιστα, σπίτια στεγανά, χωρίς ρωγμές. / Ευρυχωρία και λάμψη. / Τρωκτικά δεν υπάρχουν. Τρωκτικά, Δεινόσαυροι, Δήμιοι / και άλλα δεινά ερπετά /καταποντίστηκαν / στα τάρταρα./ Αυτός λοιπόν ο Κόσμος πάει να γίνει Ωραίος / Κατοικίσημος / ως να ετοιμάζεται για νά 'ρθει να κατοικήσει εδώ κάτω / Η Ομορφιά./ Ως νά 'ναι να 'ρθει να κατοικήσει η Ομορφιά. / Η Ομορφιά η απέραντη, η Παντοκρατορία / Μέσ' απ' την έφορη κόπρο, μέσ' απ' τη λάσπη / Ανασηκώνεται ανάβρυσμα, στήλη χαράς, χαιρετισμός".